Welcome Visitor: Login to the siteJoin the site

Where? (Greek)

Short story By: Neekas
Horror


Που σκατά έχει ξυπνήσει η Κριστοφί?


Submitted:Feb 8, 2013    Reads: 20    Comments: 1    Likes: 0   


A/N: Quick written part of Vicarious which had to be kept out of it just because it messed the flow so much that it made impossible to continue. Originally titled as "In Deep Shit" in Vicarious. And originally written in English. Its altered here to stand out individually as a short mystery type story.

Το σπίτι ακουγόταν άδειο. Τον είχε μάθει αυτον τον ήχο. Δεν ήξερε ακριβώς πως κατάφερνε να ξεχωρίζει τους διάφορους τύπους ησυχίας τον ένα απο τον άλλο αλλα κάτι την έκανε να καταλαβένει ποτε ενα σπίτι ήταν άδειο ή αντιθέτως αν κάποιος κρυβόταν κάπου, πρίν αρχίσει να ψάχνει τα δωμάτια.

Άφησε το κρεβάτι για να βρεί κάτι να κάνει.

Τα πλαστικά καλύματα στα παράθυρα ήταν όλα κατεβασμένα και το φώς δημιούργησε ενα τετράγωνο πλαίσιο ασημένιου φωτός που την έκανε να αναρωτηθεί για την φύση του φωτός. Μάλλον επειδή σήμερα είχε μια θεία λάμψη μέσα του.

Πήγε στην κουζίνα για να ψάξει το ντουλάπι. Το ψυγείο βούιζε όπως συνήθως. Το προσπέρασε, με μια ξαφνική υποψεία πως είχε μάτια που την κοιτούσαν, για το ντουλάπι.

Τι είναι αυτό...αυτή η αίσθηση, σήμερα? Σαν να πετούσε το σπίτι της σε ένα άσπρο κόσμο. Σαν να αφαιρέθηκαν ξαφνικά τα πάντα μυστιριωδώς και αυτη να περέμεινε για όλη την υπόλυπη ζωή της μέσα σε αυτό το σπίτι.

Διάλεξε μια κονσέρβα ροδάκινα και σταφύλια χωρίς όρεξη, αφού ήταν το μοναδικό γρήγορο γεύμα, και πήγε να την ανοίξει στο τραπέζι. Όμως όταν έκατσε κάτω οι σκέψεις ήταν τόσο έντονες που δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της απο το κενό για να φάει. Αργα γύρισε τα μάτια τηε απάνω στην πόρτα απο το κουζινάκι. Είχε μια λεπτή κουρτίνα χνουδωτή απο την λίγδα μπροστά απο το τζάμι ψηλά, και το φώς ήταν τόσο δυνατό που την διαπερνούσε σαν χαρτί, έπεφτε στους πάγκους, στο πύργο αλατιέρας και τα βρόμικα ποτηρια να απλόνωνουν απειλιτικά σκιές προς την αντίθετη.

Άρχισε να στριφογυρίζει την κονσέρβα ανεπαίσθητα (αφηριμένα) με τα λεπτά της δάχτυλα πάνω στο τραπέζι, προβληματισμένη.

Το ψυγείο έκανε κλικ -η τίκ- και έπαψε να βουήζει. Μιλάει στα έπιπλα, σκεύτηκε.

Ξαφνικά τράβηξε τα χέρια της απο τα ροδάκινα. Κοιτώντας το σαν να είχε δεί το σίδερο να φουσκώνει λες και δάχτυλα το σπρώωναν απο μέσα. Τα ροδάκινα εκεί μεσα είναι πετσοκωμένα και νεκρά, συλλογίστηκε. Για καποιό λόγο την τρέλανε αυτη η σκέψη.

Πετάχτηκε όρθια έτοιμη να τρέξει πάνω στο δωμάτιο πάλι. Μα δεν ήταν δυνατό. Δεν εμπιστευόταν την κουζίνα. Δεν μπορούσε να στρέψει την πλάτη της προς αυτή, Και κόλησε στον τοίχο για ασφάλεια.

Ένοιωθε τρελή. Τα μάτια της πιδούσαν γουρλωμένα πάνω στα αλόκοτα σχήματα. Το ψυγείο, το φοτεινό κουρτινάκι, τα τεμαχισμένα ροδάκινα, τις μακρουλές σκιές, την καρέκλα που καθόταν. Ο φόβος την έκανε να αναπνέει πνιγμένα. Ήθελε να πετάξει κάτι απάνω τους να τα κρύψει, όμως δεν τολμοούσε να τα πλησιάσει. Ούτε είχε τα κότσια να ρισκάρει απλώς γυρνόντας γύρω και αφήνοντας τα,

Είσαι σοβαρή Κρίστι? Φοβάσαι την κουζίνα σου? Δεν μπορεί να σοβαρολογείς τώρα κοπέλα μου. Ηταν η φωνή κάποιου ψυχολόγου που δεν ήξερε ποτέ. Και απο οτι φαίνετε δεν ήξερε καλά την δουλειά του.

Το μυαλό την τροφοδοτούσε με τα πιο αλόκοτα σενάρια καθώς το σκευτόταν. Χωρίς έννοια. Και γι αυτο την τρόμαζαν τόσο. Όπως κοιτούσε το μπουκάλι με την πικάντικη κέτσαπ την φαντάστικε να ανοίγει μόνη της και να γέρνει πάνω απο το πιάτο να βάλει ένα βουναλάκι. Το ψυγείο να γυρίζει μόνο του τον διακόπτη στο νεκρό και την επόμενη φορά που η Κριστοφί θα το άνοιγε, όλα τα κρέατα και τα λαχανικά θα ήταν σάπια και θα βρομάγαν βοθρίλα. Η το φώς θα ήταν ξαφνικά κόκκινο -η χειρότερα- δεν θα είχε φως! Θα έπρεπε να χώσει το χέρι της στα σκοτεινά και να το ποιάσει. Η σκιές θα πήγεναν σε λάθος πράγματα απλά να την μπερδέψουν. Η τα ποτήρια στο ντουλάπι θα μπέναν σε τάξη κατα είδος.

Όσο περισσότερο σκευτόταν, τόσο φρίκαρε. Τόσο πίστευε -οχι οτι ήταν ζωντανά- αλλα οτι κάποια άψυχη κινητήρια δύναμη θα τα κουνούσε κατα τύχη επειδή αυτη ηταν η χρήση τους και τα έθετε σε χρήση.

Oh my god, δεν θέλω να το δω αυτο! φώναξε στο κεφάλι της.

Τρέχοντας και αλυχτόντας σαν ζώο έτρεξε απο την κουζίνα. Κουλουριάστηκε στο καναπέ πιέζοντας με δύναμη τα μάτια της μέσα στο κεφάλι όσπου να συνέλθει. Έπειτα τα άνοιξε. Προσπάθησε να κρύψει την αναπνοή της καλά.

Ήταν ξαπλωμένη κάτω στον καναπέ ακόμη, ωστε να μην μπορεί η κουζίνα να την κοιτάει τι κάνει απο την πόρτα.

Γύρισε τα μάτια μόνο στο πλάι όπως έκανε να αφουγκραστεί. Κάτι, το παραμικρό, οτιδήποτε.

Τίποτα. Ησυχία. Όπως απο την στιγμή που ξύπνησε. Μα ήταν μια άγνωστη ησυχία που ποτέ, ούτε μετά της δώδεκα δεν υπήρξε στην πόλη. Απ' εξω δεν ερχόταν ο παραμικρός θόρυβος ως σημάδι ζωής. Πάνω που έβρισκε το λογικό της, η σκέψη την τάραξε. Πράγματι, είπε, γιατί έχει τόση ησυχία?

Κάθησε στον καναπέ για περίπου δέκα λεπτά να προσπαθεί να συμπεράνει αν κουφάθηκε, αν χτύπησε πυρινική, αν ήταν νεκρή ή ακόμη και αν βρισκόταν παγιδευμένη σε ένα πολύ πραγματικό όνειρο. Όσα χρειάστηκε να πάρει θάρος να περπατήσει όρθια. Τότε, σηκώθηκε, με τα μάτια πάντα ορθάνοιχτα στην κουζίνα, και κόλησε στην μπροστινή πόρτα με το αυτι και τον όμο της.

Τίποτα. Δεν φυσούσε αέρας.

Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια και συνοφριώθηκε με μια κλαψιάρικη έκφραση δαγκόνωντας το κάτω χείλος της, και τα ξανα-άνοιξε. Γιατί δεν ακούω τίποτα, αναρωτήθηκε παραπονιάρικα.

Ήταν αναπόφευκτο. Θα άνοιγε την πόρτα. Εκτός αν...πάγωσε. Κοίταξε το πιο κοντινό παράθυρο. Ναι. Θα κοιτάξω. Τζάμι προστά. Είναι λιγότερο επικύνδινο.

Πάτησε στις μύτες ως εκεί. Φυσικά δίσταξε πριν τραβήξει. Έποιασε την γωνία της κουρτίνας με τις άκρες τον δαχτύλων της για να μην δεί τίποτα απ' έξω τα δάχτυλά της, και πέρνωντας μια βαθιά εισπνοή τράβηξε.

Το φώς την τόσο δυνατό που την τύφλωσε!

Η Κριστοφί παραπάτησε και έπεσε πίσω κρατώντας ακόμα την γωνία της κουρτίνας. Απ' τα χείλια της ξέφυγε ένα φοβισμένο μουγκητό.

Τότε, ήρθε ο πρώτος οίχος, πρίν προλάβει να πανικοβληθεί. Έμοιαζε κάπως σαν άδειο πλαστικό μπουκάλι που πέφτει απο σκάλες στρωμένες με χαλί- γιατί ήταν κάπως πυκνός ο ήχος. Μακρινός, απόκοσμος...

Η γυναίκα έτρεμε τόσο δυνατά και ένοιωθε τόσο αδύναμη, παρελυμένη απο τον φόβο που με δυσκολία κρατιόταν μην κατουρήσει τις πιτζάμες της. Οι δυνάμεις απο την μέση και κάτω την είχαν παρατήσει.

Με είδαν! Τσίριζαν οι σκέψεις της. Με είδαν! Με είδαν! Σταματούσε να θυμιθεί τον οίχο του μπουκαλιού και ξανα-άρχιζε: Με είδαν, με είδαν, με είδαν, με είδαν! Ακόμη πιο τρελά απο πρίν. Ενώ στο βάθος την συνόδευε η χωροδία παρανοιτικότητας "Είναι εδώ, σε είδαν. Σε είδαν? Σε άκουσαν. Σε είδαν θα έρθουν. Θα έρθουν, θα έρθουν. Ερχονται, έρχονται. Ερχονται, έρχονται, έρχονται".

Τίποτα απο άσπρο κενό φαινόντουσαν εξω απο το παράθυρο. Ακριβώς όπως το είχε νοιώσει το πρωί. Άσπρο, τίποτα. Παγιδευμένη αυτη και το σπίτι της στην αθάνατη άσπρη αιωνιότητα (εκτός αν παρέμενε θνητή που σε τέτοια περίπτωση θα πέθενε στην δείψα). Το σπίτι της! Τι γύρευε το σπίτι εκεί πέρα. Ήταν αντικείμενο, δεν μπορεί.

Δεν μπορεί να μου συμβαίνει- ξύπνα...ξύπνα! Πώς βρέθηκα εδω? Που είμαι εδώ? Τι γίνεται, τι συνέβει? Οχι, δεν γίνεται να ασπρίσει ο κόσμος. Είναι αδύνατο. Το διάστημα μπορεί να εκράγηκε...όχι. Οχι το διάστημα δεν εκράγεται. Κατι θα λέγαν στις ειδίσεις. Θα ήμουν νεκ...

Δεν τελείωσε την σκέψη της. Κιόλας πέρασε η σκέψη αυτοκτονίας απο το μυαλό της. Μάλλον μόνο έτσι θα έβρισκε αν ήταν αθάνατη ψυχή η απλώς άνθρωπος που μεταφέρθηκε στο τίποτα (με το σπίτι ολόκληρο). Δεν έχει λογική, γαμώτο!

Μέσα στις σκέψεις τις δεν άκουσε τα βήματα στο ταβάνι. Μόνο το νερό απο το μπάνιο που έτρεχε στους σωλήνες. Κυριολεκτικά, εμπιξε κάτι φωνές που δεν σταματησαν για ένα ολόκληρο λεπτό παρα για μια ανάσα.

Ενας μασκοφορεμένος άντρας εμφανίστηκε στο πάνω τέλος των σκαλιών και στάθηκε με τα πόδια ανοιχτά κοιτώντας την σαστισμένα. Η παρουσία του δυνάμωσε τις τσιρίδες τις μουσικού.

Φαινόταν σαν διαστημάνθρωπος με την μάσκα. Σαν παράξενο πλάσμα που ακινητοποιήθηκε απο τα στριγκλιτά και ήταν έτοιμο να το σκάσει σαν ληστής. Βέβαια θα εξαφανιζόταν πίσο απο τον τοίχο γιατι ήταν μάλλον δημιουργία του φόβου της αλλα...

Σταμάτησε η Κριστοφί να φωνάζει. Το παράθυρο ήταν ακόμη λίγο ανοιχτό ώστε να χύνει το φώς σαν σκόνη στο δωμάτιο, η κουζίνα σκοτεινή, ο τύπος βαλσαμομένο άγαλμα. Φοβόταν να του μιλήσει μπάς και το σκαγε μέσα στους σωλήνες η κάτι τέτοιο και μετά την κοιτούσε κρυφά πο ψηλά. Όμως δεν άντεχε άλλο να την κοιτάζει έτσι απο πάνω. Τι έιναι αυτό μέσα στο σπίτι της? Τι γυρεύει? Μοιάζει ανθρώπινο, μπορεί να ξέρει που βρίσκονται.

Επιτέλους λύγισε το γόνατό της για να φέρει την κνήμη της πιο κοντά στο σώμα- κάτι που έκανε το μυστήριο πλάσμα να αναπηδήσει ξαφνιασμένο ένα βήμα πίσω. Η Κρίστοφι ένοιωσε το βρακί της ψυχρό. Συνιδοιτοποίησε οτι τελικά κάτι είχε χάσει. Θα ντρεπόταν υπο κανονικές συνθήκες. Όμως σήμερα ήταν ολομόναχη. Κανένας δεν την είδε να το κάνει. Έτσι το ξέχασε σχεδόν μώλις τελείωσε η σκέψη.

Η επιφυλακτικότητα του ανθρώπου της δυνάμωσε λίγο την αυτοπεποίθηση. Προσπάθησε να μην κινηθεί αλλο. Μπορεί να το έσκαγε.

Συγκεντρώθηκε στο παράξενο αυτο πράγμα. Ήταν ακριβώς σαν άνθρωπος -ασχέτος αν η αύρα του ηταν σαν κάποιο βακτήριο, μικροοργανισμός, ή τελοσπάντων κάτι παρόμοιο. Στεκόταν σε στάση δράσης, με τα πόδια ανοιχτά και ελαφρός λυγισμένο το ένα, τα χέρια πάνω σε ορθές γωνίες, τις παλάμες να κοιτάνε προς την μεριά της, τα δάχτυλα τεντωμένα προιδοποιητικά. Έβλεπε οτι ήταν λευκός μόνο απο τις παλάμες. Το οιπόλοιπο σώμα ήταν καλυμμένο απο μαύρα ρούχα. Μια φόρμα, μια εφαρμοστή μπλούζα ζιβάγκο, αλλα που σε αυτο(ν) είχε κενά να περνάει αέρας, παπούτσια απρόσωπα και έναν σκούφο ως τους όμους πάνω απο το κεφάλι του.

Η Κριστοφί δεν είχε ιδέα αν την κοιτούσε η αν απλώς την άκουγε, γι αυτο μόνο στην κίνηση αντέδρασε. Περίεργη να μάθει έσειρε την παντόφλα ενάντια στο πάτωμα.

Το πλάσμα επανέλαμβε το πίδημα μόνο που αυτη την φορά προς τα αριστερά. Οι κινήσεις του ήταν αστραπιαίες σαν της σαύρας. Το ίδιο και πως καθόταν ακίνητα. Θα το σκαγε! Πίσω στον τοίχο, θα εφεύγε!

Παραλίγο η Κριστοφί να φωνάξει "περίμενε!" όμως το έπνιξε την τελευταία στιγμή.

Έπρεπε να σκευτεί γρήγορα πως θα του μιλούσε. Δεν ήθελε να το πλησιάσει, ήθελε μόνο να το ρωτήσει που στο διάολο βρίσκονται. Έπρεπε όμως να κάνει γρήγορα προτού φύγει.

Σκέυτηκε, σκεύτηκε, σκεύτηκε, και στο τέλος αποφάσισε.

"Βοήθεια, μουρμούρησε αδύναμα.

Αυτο ρίγησε, κυριευμένο απο κάποιο δυνατό αίσθημα στο άκουσμα του παρακαλίσματος. Ηταν φόβος? Ήταν πόθος? Ποιος ξέρει. Το καλό όμως είναι οτι δεν το σκασε. Παρέμεινε στην ίδια στάση πάντα περίεργο αρκετά ωστε να ριψοκινδυνέψει την ασφάλεια του.

Η Κρίστοφι δεν είδε ούτε το σώμα του που τρεμούλιασε ούτε άκουσε τα δόντια του που τρίξαν απο το σημείο που ήταν.

-Βοήθεια, είπε πάλι ελαφρώς πιο έντονα. Βοήθεια. Βοήθεια...Βοήθεια, επέμενε. Τίποτα. Τίποτα απο το παράξενο επισκέπτη, τίποτα.

Τώρα άρχισε να τον φοβάται. Την περίμενε λίγο ως πολύ όπως την περίμεναν τα έπιπλα στην κουζίνα (οσο κατανοητό μπορεί να είναι αυτό). Σαν να καρτερούσε πότε θα γυρίσει την πλάτη της στην μεριά του ώστε να πλησιάσει.

Ακίνητος, με τα χέρια ψηλά και τα δάχτυλα τεντωμένα σαν το καμένο δέντρο αγνοούσε τα πονεμένα την κλαματάκια για βοήθεια. Δεν νοιαζόταν.

Θεέ μου, πρέπει να το δοιώξεις, την προοιδοποίησε η φωνή γεμάτη πανικό μέσα της. Αυτη δεν είναι συμπεριφορά λογικού ανθρώπου. Γρήγορα καν' το! Διώξ' το!

Με μια κοφτή κίνηση του χεριού η Κρίστοφι υπάκουσε την εντολή κάνωντας το αλόκοτο όν να πεταχτεί πίσω μια τελευταία φορά, νε τρακαρίσει την πλάτη του στον τοίχο και να φύγει με μια δρασκελιά σαν τρομαγμένο ελάφι πίσω απο τον τοίχο του διαδρόμου.

Η Κρίστοφι παρακινημένη απο την ίδια παριέργεια που πιθανός έτρωγε τον άνθρωπο, τον ακολούθησε. Άφησε τις παντόφλες πίσω και διέσχησε αθόρυβα το χαλί προς τα σκαλιά. Τα ανέβηκε πολύ αργα παλεύοντας με την αναπνοή και το παραπάτημα ταυτοχρόνως. Σαν άνθρωπος δεν ήταν χοντρή. Όμως είχε κάπως βαρύ βήμα (τις λέγαν)- και για πρώτη φορά συνοιδιτοποιούσε οτι δεν είχαν άδικο.

Στο τερμα την σκάλας δίσταξε. Οταν ακολουθείς κάτι που τρέχει απο σένα, θεωρείτε κινηγητό. Καθόλου καλό.

Παολααυτά συνέχισε. Κινήθηκε πλάγια προς τον τοίχο και κόλλησε την πλάτη της. Απέμενε πια να σκύψει να δεί στον διάδρομο. Αλλα δεν γινόταν. Δεν μπορούσε!

Ηταν αυτή ησυχία μοναξιάς?

Έκατσε πολύ ώρα προσπαθώντας να βρεί το θάρος, όσπου να το βρεί στ' αλήθεια. Δηλαδή δεν το βρήκε. Αλλα κατάλαβε οτι οσο καιρό καθόταν εκεί κάνωντας τίποτα, τα απέπιδα αδρεναλίνης (μαλλον) έπεφταν. Έτσι τα ξέχασε όλα και έκανε βουτιά προς το διάδρομο.

Γυναίκα και φιγούρα τινάχτηκαν ταυτόχρονα. Η Κριστοφί άκουσε το πλάσμα να αφήνει ένα παρατεταμένο φύσιμα κ





0

| Email this story Email this Short story | Add to reading list



Reviews

About | News | Contact | Your Account | TheNextBigWriter | Self Publishing | Advertise

© 2013 TheNextBigWriter, LLC. All Rights Reserved. Terms under which this service is provided to you. Privacy Policy.