Welcome Visitor: Login to the siteJoin the site

What If your work place suddenly disappeared

Short story By: Neekas
Mystery and crime


Προσεχε τι προσευχεσαι.


Submitted:Feb 8, 2013    Reads: 28    Comments: 0    Likes: 0   


ΚΑΙ ΑΝ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΟΥ ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΤΑΝ?

Ο Γκόρντον προσπαθούσε να δεί τον εαυτό του όπως τον έβλεπαν οι γύρο του φουσκώνωντας έτσι

αυτοπεποίθηση. Τα απλά μάτια νομίζαν οτι συνέχεια μετρούσε, υπολόγισε, άκουγε τον χτύπο του μακρύ δείχτη που αντιχεί στους μαύρους διαδρόμους του εγκεφάλου του ως που να έρθει η προγραματισμένη στιγμή και ολο το κεφάλι ξαφνικά θα βαλθεί να βαράει σαν συρίνα ''Γραφείοοοοο, γραφείοοοοοοο''. Λίγο υπερβολή του φαινόταν οτι και ο ίδιος κάποτε κάπως έτσι έβλεπε τους σοβαρούς άντρες σαν τον εαυτό του. Νόμιζε ότι ήταν όλοι μυστικοί πράκτορες τις FBI. Αισθανόταν, αλήθεια, χαζά. Σηκώσε δειλά το κεφάλι του αλλα δεν τον πρόσεχε κανείς. Τότε τράβηξε την γραβάτα που τον έσφυγγε. Του χρειαζόταν η αυτοπεποίθηση αφότου το αφεντικό του απαγόρευσε την παρουσία όπλου εντός χτηρίου πλήν του διευθυντή και τον φρουρόν. Ας είναι. Ικανοί φαινόντουσαν οι φρουροί.

Κρατούσε συνέχεια εναν ρυθμό με το νού του ακόμη και οταν το τρένο σιώπενε. Ο γαμπροντυμένος άνθρωπος δίπλα του χτύπαγε το πόδι του σαν να έκανε ακριβώς το ίδιο. Αλλα όταν προσπάθησε να ταιριάξει τα δυό μαζί, το πόδι συνέχεια άλλαζε. Πήγενε πιο γρήγορα, άρχησε να σταματάει ή ξαφνικά σταμάταγε για να σηκωθεί το μανίκι με το ρολόι μπροστά απο την μύτη του. Και χρυσό ρολόι? Ήμαστε δίδυμοι! Με την πολύ κομψότητα καταλήγεις γελίος. Ετσι εκανε μια συμείωση για μετά. Να ξεχάσει την γραβάτα επείτηδες στην δουλειά του. Τουλάχιστον για μια φορά να μην κυκλοφοράει σαν τραπεζίτης και ας του στοιχίσει για ενα απόγευμα την θέση. Ενα απο τα ασήμαντες μικροεπαναστάσεις που κανείς δεν θα έπερνε χαμπάρι. Γιατί πραγματικά τέτοια αξιολύπητη θέση είχε.

Κατέβηκε τρείς στάσεις αργότερα. Το μετρό θα ήταν όπως θα ήταν πάντα, βράδυ πρωί. Προχώρησε ανέμελα προς τις πορτοκαλιές θέσεις κοιτώντας τα χιλιάδες πόδια. Κάθησε πάλι. Εδώ και τα τελευταία χρόνια η βιασύνη τον ανάγκαζε να τρώει στα πάρκα και στις στάσεις σαν όλους τους φίλους του. Φαντάσου, κάποτε αυτος ο ιδιος τους κατέκρινε που γινονται για τα λεφτά σαν τους άστεγους, μα τώρα ο ίδιος έκανε τα ίδια.

Έλεγε πάντα ένα πράγμα στον εαυτό του για να καθησυχάσει την συνήδηση. Πάνω απ' όλα μην κάνεις καμιά βλακεία -μην μιλάς, μην διακυνδινεύεις, μην επαναστατείς- πρίν το σκευτείς καλάαα καλά. Δεν πρόκειτε να είσαι για πάντα έτσι. Άντε, μόνο λίγα χρονάκια υπομονή και μετά θα παρετειθείς. Ένα εκατομυριάκι ακόμη κάτω απο το...κοίταξε γύρω του ύποπτα φοβόντας ακόμη και να κάνει την σκέψη του μπάς και κάπως καταφέρει να την χώσει σε κάποιου άλλουνου το μυαλό.

Άνοιξε την βαλίτσα του πέρνωντας απο μέσα το πρωινό του. Ο καφές ήταν χλιαρός, τα υπόλοιπα όμως φαινόντουσαν εντάξει. Την ακούμπησε την θήκη πάνω στα μούτια του κάνωντας την τραπέζι για να αρχίσει. Λίγο λίγο οι ώρες στο σπίτι του μικραίναν κάθε μέρα συλλογιζόταν κοιτάζωντας κενά τους επιβάτες.

Κάνωντας το πρόχειρο πίκ-νικ, προσπαθώντας να μην φάει τόσο γρήγορα που να ψωφήσει, βρέθηκε βιαστικός να στρίβει την γωνία προς την δικιά του πολυκατυκία, και την γυριστή καρεκλίτσα και τον υπολογιστούλη του. Γι αυτο, για την ζέστη, κόντευε να τρέχει σε λίγο απο την μανία του, όχι μπας και αναγκάσει τον αρχηγό να χαλάσει γράματα προφέρωντας το όνομα του. Το πολύ αν δεί καθηστέρηση ήταν να βάλει να προσληφθει κάποιος άλλο στην θέση του. Τελοσπάντων μην χρειαστέι να σηκώσει το ακουστικό.

Σήμερα ήταν διπλά ανύσηχος. Μια αόριστη ανυσηχία που δεν μπορούσε να προσδιορίσει προς τι ήταν. Το μυαλό του έτρεχε με την τελευταία ταχύτητα. Διέκοπτε σκέψεις πρίν κάν προλάβουν να πάρουν σχήμα, έψαχνε απεγνωσμένα κάτι.

Αντιλήφθηκε την εκίνηση των ποδιών και πέρασε και αυτός απέναντι χωρίς να σηκώσει καν τα μάτια του να δεί το πράσσινο ανθρωπάκι. Περνούσε αυτόν τον δρόμο δύο φορές την μέρα επι είκοσι χρόνια. Και τυφλός, και κουφός, το φανάρι είχε γίνει έκτη αίσθηση.

Μα όπως πέρασε προβληματισμένος την διάβαση, ξαφνικά, κάτω απο το φανάρι, καρφώθηκαν τα πόδια του ακίνητα σαν να παρίστανε τον γρηγόρη στην μέρα του γάμου του. Οι ανθρώποι συνέχισαν να τον προσπερνάνε απτόητοι, λές και ήταν ένας άνθρωπος απο τους πολλούς που μώλις συνηδιτοποίησε την ανούσια ύπαρξη του, και βρέθηκε ξαναγεννημένος μπροστά στα μούτρα του σατανά. Ο Γκόρντον όμως συνέχιζε να αδιαφορεί το κατεργάρικο χαμόγελο απο κυνόδοντες και κοιτούσε πέρα απο αυτο. Πέρα απο τα κόκκινα χέρια που σκεπάζαν αυτην την πόλη πια σαν την κρυστάλινη σφαίρα τους. Έβλεπε απλώς το μικρό εμπόδιο απο μπετό μπροστά του.

Σηκώνωντας το κεφάλι αντικρισε με τρόμο την σπαστικιά γλάστρα του Έντ -έτσι την έλεγαν όλοι. Ήταν ένα τεράστιο πέτρινο πράγμα που το είχαν εκεί, όχι για την ομορφιά του, μα την δήναμή του. Το δενδράκι ήταν έτσι και αλλιώς πλαστικό. Πρίν χρόνια ο σερβιτόρος έπεσε νεκρός λόγο κάποιων απρόσεχτων γλετζέδων που τα χαν πιεί και οδηγήσαν μέσα στο τζάμι. Το αυτοκίνητο είχε έρχει ακριβώς απο αυτήν την γωνία, γι αυτό, βάλαν κάτι τόσο βαρύ που ούτε μηχανάκι, ούτε τζίπ, ούτε ελέφαντας θα το κουνούσε. Πίσω του άνοιγε τις πορτερ του, εύθαυστο, εύθραυστο, φωτεινό του Έντ το ρεστοράν ''Αμβρόσια''. Προσπαθησε να καταλάβει πως βρέθηκαν αυτα όλα μπροστά του.

Τι συμβαίνει? Κάτι λάθος, πρέπει να έκανε. Κοίταξε γύρω. Όχι...μα πώς γίνεται τέτοιο πράγμα. Βάλθηκε να κάνει ολόκληρους κύκλους ασυναίσθητα πάνω στο σημείο. Έπειτα σταμάτησε, γύρισε απο 'κει που έστριψε διασχίζοντας ξανά το ίδιο δρόμο, την ίδια διάβαση και σταμάτησε στο ίδιο φανάρι. Σηκώνωντας τα μάτια, πάλι το ίδιο.

Η απέναντι λουρίδα χτηρίων (που κάποτε υπήρχε και η δουλειά του) εκεί είχε απλώς σβηστεί. Απο όπου και να γυρνούσε ο Γκόρντον φαινόταν αυτή η αισθητή ανηφόρα της επόμενης οδού. Ορίστε το μαγαζί της Χόλιντει που του άρεσε να τρώει καμιά φορά. Ορίστε και το μαγαζί με τα ρούχα και γυαλικά. Ο ιδιοκτήτης βγήκε με μια ξεμαλιασμένη σκούπα και άρχισε να σπρώχνει βαριεστημένα την σκόνη μπροστά απο την πόρτα. Όταν τελείωσε, σήκωσε το χαλάκι και μπήκαν μέσα μαζί.

Είναι αδύνατο τέτοιο πράγμα...

Ο Γκρόντον είχε μπερδευτεί τόσο πολύ που δεν άκουσε αμέσως το φρενιασμένο κορνάρισμα του οδηγού του λεωφορείου. Το όχημα πέρασε σβέλτα μπροστά απο του καλύπτωντας τα πάντα με μια σκοτείνια. Ο Γκόρνον τρόμαξε! Τινάχτηκε πίσω. Και μέσα στην τρομάρα έπεσε σε κάτι πεζούς πέρνωντας του κάτω όλους μαζί. Το φώς του έσβησε ξαφνικά σαν γύρισε το κουμπί κάποιος. Ευτυχώς όμως δεν παρέμεινε έτσι. Το είδε να επαρέρχεται απο το βάθος πάλι.

''Είστε καλά?'' ρώτησε μια ταραγμένη βελούδινη φωνή.

Η πτώση με το κεφάλι τον θόλωσε για κάτι λίγα δευτερόλεπτα. Έτσι ενώ κρατούσε τα μάτια του ορθάνοιχτα, δεν μπορούσε να διακρίνει την ακριβής φύσης αυτής την φωνής. Μπορούσε να φανταστεί έναν κοκκαλιάρη έφηβο.

Κάποιος άλλος δεν είχε καθόλου καιρό για χάσιμο. Τον ένοιωσε που στάθηκε ξανά απότομα σαν επίμονο ζουζούνι, σήκωσε την θήκη του βιολιού του, και έφυγε χωρίς καμιά λέξη. Πόδια και χέρια τον σπρώχναν απο γύρω. Πως κατάφερα να ρίξω τόσους ανθρώπους κάτω, αναρωτήθηκε. Τα κορμιά όλα σηκώθηκαν αφήνωντας τον μόνο.

Καθώς η όρασή επέστρεψε ο Γκόρντον διέκρινε πολλές νερουλές ανθρώπινες σιλουέτες να μαζέυονται πάνω απο το κεφάλι του. Μία ολότελα άσπρη γονάτισε απο πάνω του. ''Κύριε, είστε καλά?''. Ηταν πάλι η ίδια φωνή. Ένοιωσε τα κρύα δάχτυλα τις σκιάς που σπρώχναν το προγούλι του μέσα. ''Ζει, ζεί'' την άκουσε να λέει στους υπόλοιπους. ''Κύριε με ακούτε?''.

Ε, οχι! Ζώ, είμαι ζωντανός, προσπάθησε να φωνάξει. Άνοιξε αδύναμα τα χείλια του πέρνωντας μια βαριά αναπνοή για να μιλήσει και μόνο τότε συνηδιτοποίησε τι συνέβενε πρίν λίγο. Αλλη βλακεία πάλι...ξέχασε να αναπνέει. Με μιας τα μάτια του καθάρισαν και μίλησε. Οχι προς μεγάλη του έκπληξη ανακάλιψε οτι η φιγούρα μπροστά ήταν μια μικρή γυναίκα με σκελετένια μάγουλα και όχι άντρας. ''Καλά...καλα είμαι...εντάξει''.

Με λίγη βοήθεια τρέκλισε λιγο και βρέθηκε σαν πρώτα γερά στα δυό του. Τι κρίμας. Ο κύκλος άρχισε να διαλύεται μουρμουρίζοντας. ''Τι συνέβει?'' είπε κοιτάζωντας γύρω του σαστισμένα.Ο Γκόρντον είχε ξεχάσει την γυναίκα δίπλα του και τρόμαξε όταν πήρε απάντηση στην ερώτηση του. ''Δεν θυμάστε τι συνέβη? Αυτό το λεωφορείο πέρασε σύριζα με την μύτη σας -παραλίγω να ήσασταν νεκρός τώρα''.

''Οχι...οχι ξέρω για το λεοφορείο. Εννοω εδω -εδω- ΤΙ γίνεται εδώ. Τι συμβένει? Που είναι τα χτήρια''

Η γυναίκα έσφηξε την τσάντα όμου επιφυλακτικά. ''Σίγουρα είστε καλά, κύριε? Φένεστε μπερδεμένος''.

''Εγω. Εγω μπερδεμένος. Και η πόλη?''

''Π- ποια πόλη? Κύριε σας παρακαλώ άστε με να πάρω λιγάκι τον-''

''Μην πάρετε κάνενα'' βιάστηκε να την σταματήσει ''Σας λέω δεν έχω τίποτα. Δεν μπορώ να βρώ που δουλεύω. Τα χτήρια διαγραφήκαν και -πως να εξηγήσω?- ακριβώς αυτά εδώ ήταν απο πίσω...απ' την πίσω γραμμή''. Είδε τον αντίχειρά της και άκουσε άλλο ένα νούμερο στο κινιτό. ''Καλά, κανένας δεν νομίζει οτι είναι παράξενο?'' είπε μισο φωνάζοντας ο Γκόρντον.

''Ακούστε με. Πού μένετε, θα φωνάξω ταξί''.

''Εδω, εδω ακριβώς ήταν, το θυμάμαι καλά'' συνέχισε ο Γκόρντον αγνοώντας. ''Δεν είμαι τρελός δεσποινίς μου. Δεν θυμάστε το μεγάλο μαύρο χτήριο? Εδώ δούλευα. Και το μαγαζί με τα χρυσαφικά, και η γωνιά του γύφτου -που είναι ο γύφτος?...και τα έπιπλα, και το συνεργείο, και όλα αυτά? Τα φανταζόμουν όλα αυτά? Όνειρο είναι, δεν εξηγήτε. Η απλώς είναι ένα πολύ κακόγου-'' σταμάτησε ξαφνικά σαν να τον χτύπησε κεραυνος. Με μια απότομη στροφή γύρισε ξανά προς την κυρία χαμογελόντας κάπως τρομαχτικά.

''Τι''

Την είδε που ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια πια. Α ναι, πολύ αστείο. Καμιά ιδέα δεν είχε ο Γκόρντον πως το καταφέραν αλλα όπως και να είναι, πρέπει να παραδεχτεί κανείς μοιάζει σχεδόν αληθινό. ''Κάνεις πλάκα ε?'' είπε πειραχτηκά. Το κορίτσι συνέχισε το θέατρο του αθώου. ''Έλα πές μου, τι είναι, σέτ?'' άρχισε απλώντας τα χέρια του στον αέρα. ''Σέτ είναι? Κάποιο μαγικό του Κόπερφιλντ? Έλα πές μου, σε κατάλαβα! Πως το κάνατε?''.

Βλέπωντας τους ανθρώπους που κατεβέναν απο τα λεοφορεία και παρατάσονταν στα φανάρια σαν κοπάδια χωρίς να προσέχουν τίποτα σταμάτησε να γελάει. Τα φρύδια του, σκουρόξανθα, ήρθαν να αλάξουν την όψη του ανηπεράσπιστου υπάληλου γραφείου. Θα μπορούσα να ήμουν νεκρός, σκέυτηκε, φέρνοντας στο νου του το ματωμένο φώς του αυτοκινήτου. Πές οτι και αυτό ήταν στημένο. Τότε δεν λέγεται φάρσα αλλα απόπειρα δολοφονίας έτσι. Έπειτα, ήταν όλοι τέλοσπαντων μέσα στο κόλπο? Πλήσιασε ξανά την κοπέλα. Παρατήρησε τον δισταγμό στα πόδια της σαν νευρικό άλογο. ''Δεν είμαι τρελός'' προσπάθησε να της πεί με την πιο καθυσηχαστική του φωνή, αντι αυτού όμως ακούστηκε σαν να ένας δολοφόνος που ψυθιριζε συλλαβιστά τι του αρέσει να κάνει. Η γυναίκα πισωπάτησε στα ψιλοτάκουνα και απομακρύνθηκε όσο ποιο γρήγορα μπορούσε.

Κανένας δεν γυρνούσε το κεφάλι να προσέξει οτιδίποτε. Είπαμε, δεκάδες και δεκάδες το χάναν καθημερινά μέσα σε τέτοια ένταση (το θέαμα κόντευε να καταντήσει παλιομοδίτικο) αλλα τέτοια χοντρή αδιαφορία? Αν δεν του είχε μιλήσει μώλις η γυναίκα ο Γκόρντον θα αναρωτιόταν αν ήταν ακόμη ζωντανός η φάντασμα.

Γλίστρησε ανάμεσα απο το ρεύμα στην απέναντι και μπήκε για έναν καφέ. Τώρα σίγουρα θα τον

απολούσαν.

''Γειά σου Χόλι'' είπε.

Η κοπέλα τσακίστηκε να πάρει παραγελία. Παρόλο που δεν ήταν χοντρή, η Χόλι, ήταν πολύ ψηλή και είχε γερά κόκκαλα πράγμα που την έκανε να θυμίζει γυμνάστρια η κάτι τέτοιο. ''Δεν δουλέυεις σήμερα?'' του χαμογέλασε φιλικά.

''Δεν ξέρω. Δεν βρήσκω τον δρόμο μου'' της απάντησε ο Γκόρντον μουτρωμένα. Ευχύθηκε να μη τον ρωτήσει γιατί έτσι και αλλιώς δεν θα τον πίστευε. Μια ολόκληρη οδός μπορεί να χάθηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ αλλα ευτυχώς, η Χόλι, παρέμενε ακόμη η ίδια. Ευγενική και γελαστή. Απλώς πήρε την παραγγελία του και χάθηκε πίσω απο το τοίχο χωρίς να ενοχλεί. Σε λίγο ήρθε με έναν δίσκο. ''Ορίστε και ένα δώρο απο μένα''. Τον κερνούσε ένα κουλουράκι. Της ευχαρίστησε με ενα χαμόγελο. Τι θα έδινε για να μπορούσε να αγαπήσει μια τέτοια ταπινή γυναικούλα.

Έφερε τον καφέ στα χείλια του μερικές φορές. Δεν ήξερε τι να σκευτεί για ότι έγινε σήμερα. Πάντως έπρεπε να ήταν αλήθεια. Αν όχι για άλλο λόγο, το ένοιωθε τόσο πραγματικό. Πολύ παράξενο...

Ένας τρόπος μόνο υπάρχει να βρώ, είπε αποφασιστηκά, και αυτο δεν είναι η σκέψη. Γλίστρησε το χέρι του κάτω απο το κουστούμι του και πήρε το τηλέφωνο. Η οθόνη φωτίστηκε αποκαλύπτωντας τρία τέσσερα τροπικά ψαράκια που κολυμπούσαν χαρούμενα γύρω στο εικονικό ενυδρείο τους. Πάτώντας το τρία ανέβηκε ένα άσπρο παραληλόγραμμο μπροστά τους. Ο Γκόρντον το ξανάκλησε και μπήκε στον κατάλογο με τα ονόματα. Σε δευτερη σκέψη ο φίλος του δεν μπορούσε να του πεί τίποτα. Κατέβηκε όσπου να πέσει στο όνομα του αφεντικού του. Πάτησε το πράσινο.

Σήκωσε το. Μην το σηκώσεις. Σήκωσε το. Μην το σηκώσεις. Το τηλέφωνο βούιζε. Και τελικά άκουσε το πλαστικό οίχο του ακουστηκ&omicron





0

| Email this story Email this Short story | Add to reading list



Reviews

About | News | Contact | Your Account | TheNextBigWriter | Self Publishing | Advertise

© 2013 TheNextBigWriter, LLC. All Rights Reserved. Terms under which this service is provided to you. Privacy Policy.